Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum'

Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum' image 1

More about Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum'

Κατάσταση εταιρίας Σε λειτουργία
Ιδρύθηκε: 1862
Ιδιοκτήτης: Bacardi Limited
Όγκος παραγωγής: Not supplied
Επισκεψιμότητα: Δέχεται κοινό όλο το χρόνο
Τηλέφωνο: +1 787 788 8400
Website: http://www.bacardi.com
Γνωστό και ως 'Cathedral of Rum', το βασικό αποστακτήριο της Bacardi βρίσκεται κοντά στην περιοχή του Catano, λίγο έξω από το San Juan του Puerto Rico. Πρόκειται για το μεγαλύτερο αποστακτήριο ρουμιού στον κόσμο και εδώ παράγεται περίπου το 85% της συνολικής παραγωγής του Bacardi. Το υπόλοιπο ποσοστό παράγεται στα αποστακτήρια που διατηρεί η εταιρία σε Μεξικό και Ινδία.

Διεύθυνση

Carr. 165 km 6.2
Cataño
near San Juan
Puerto Rico

Η ιστορία της Bacardi ξεκινάει με τον Facundo Bacardi Massó, γιο ενός αναλφάβητου πλινθόκτιστη που μεγάλωσε κοντά στο λιμάνι Sitges, στα περίχωρα της Βαρκελώνης. Από εκεί έφευγαν τα πλοία σε τακτά χρονικά διαστήματα, για το λιμάνι του Santiago de Cuba της ισπανικής υπερπόντιας αποικίας στην Κούβα. Ένα λιμάνι που ευημερούσε εκείνη την περίοδο και αποτέλεσε το κίνητρο για τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς, το Magín και το Juan Facundo να μεταναστεύσουν στη νέα αποικία για να αναζητήσουν την τύχη τους.

Δουλειές υπήρχαν στο Σαντιάγο και οι δύο αδελφοί Bacardi συσσώρευσαν, σ’ ένα σχετικά μικρό διάστημα, αρκετά χρήματα ώστε να ανοίξουν ένα εμπορικό κατάστημα. Παρασυρμένος από την επιτυχία τους, το 1830 και σε ηλικία μόλις 15 χρονών, ο Facundo τους ακολούθησε για να δουλέψει στο κατάστημα. Λίγα χρόνια αργότερα, τα αδέλφια επανενώθηκαν όταν και ο νεώτερος αδελφός τους, ο Jose μετέβηκε στο νησί.

Ο Facundo αρραβωνιάστηκε με την 20χρονη Amailia Moreau, την ορφανή εγγονή ενός πλούσιου ιδιοκτήτη φυτειών καφέ, με την οποία παντρεύτηκαν το 1843. Ακριβώς τρεις μήνες μετά το γάμο, ο Facundo άνοιξε ένα παντοπωλείο κι ένα κατάστημα αποξηραμένων σε συνεργασία με μια γνωριμία από το Sitges – και η επιχείρηση καταχωρήθηκε ως Facundo Bacardi Υ Campañía. Τον επόμενο χρόνο, το νιόπαντρο ζεύγος απέκτησε το πρώτο του παιδί, τον Emilio. Ο Facundo και ο συνέταιρός του, που πλέον είχαν αρχίσει να εισάγουν κρασιά και αλκοολούχα ποτά από την Ισπανία, άνοιξαν ένα δεύτερο κατάστημα. Το 1846 γεννήθηκε ο δεύτερος γιός του ζευγαριού, ο Juan, ακολουθούμενος από το Facundo Jr. το 1848 και κατόπιν μια κόρη που ονόμασαν María, το 1851.
Η ευδαιμονία του ζεύγους κυριολεκτικά ταρακουνήθηκε συθέμελα, στις 20 Αυγούστου 1852, όταν διαδοχικοί σεισμοί μετέτρεψαν πολλά από τα κτήρια στο Santiago de Cuba σε σκόνη. Ενώ μόνο δύο άνθρωποι σκοτώθηκαν από τους σεισμούς, το ξέσπασμα της χολέρας που ακολούθησε λόγω της καταστροφής των υποδομών που διασφάλιζαν την υγιεινή, αποδεκάτισε τον πληθυσμό. Το ένα δέκατο του πληθυσμού της πόλης, συμπεριλαμβανομένων του 6χρονου Juan και της María που ήταν ακόμη νήπιο, χάθηκε από τη νόσο.

Σε αλλόφρονα κατάσταση από τη θλίψη και μέσα στην απελπισία του να γλυτώσει από την επιδημία, το ζεύγος με τους δύο επιζήσαντες γιους του, τράπηκε σε φυγή γυρνώντας πίσω στην Ισπανία, όπου έμεινε με τους γονείς του Facundo στο Sitges. Το ζεύγος επέστρεψε στην Κούβα μετά από μερικούς μήνες, αφήνοντας το μεγαλύτερο γιο τους, Emilio, στη Βαρκελώνη, στην επιμέλεια ενός οικογενειακού φίλου τους, του Ντάνιελ Costa. Ο Costa ήταν μορφωμένο και καλλιεργημένο άτομο και τα χρόνια που ο Emilio πέρασε κάτω από την κηδεμονία του θα αποδεικνύονταν πολύτιμα στη μελλοντική ανάπτυξη της επιχείρησης Bacardi.

Κατά την επιστροφή τους στην Κούβα, ο Facundo βρήκε το κατάστημά του λεηλατημένο. Παρά το γεγονός ότι δανείστηκε χρήματα από την πλούσια νονά της συζύγου του, Clara Astié, για να εφοδιάσει ξανά το κατάστημα, η ευρύτερη κοινωνικο-οικονομική αναστάτωση που ακολούθησε τους σεισμούς και τη χολέρα, αλλά και η εντατικοποίηση της καλλιέργειας σακχαρότευτλων στην Ευρώπη, οδήγησαν σε πτωτική τροχιά τη βιομηχανία ζαχαροκάλαμου στο νησί. Η επιχείρηση υποχρεώθηκε τελικά σε πτώχευση το 1855. Αντίθετα από τα αναμενόμενα όμως, η εξαΰλωση των κόπων 25 ετών σκληρής δουλειάς, δεν αποθάρρυνε το Facundo από τη διαρκή αναζήτηση καινοτόμων ιδεών και η επόμενη επιχείρησή του ήταν να γίνει παραγωγός ρουμιού.

Το χώμα και το κλίμα της Κούβας ταίριαξαν ιδανικά στην ανάπτυξη του ζαχαροκάλαμου, και παρά το γεγονός πως το νησί παρήγαγε άφθονες μελάσες από την επεξεργασία ζάχαρης, αυτές είτε στελνόταν σε βαρέλια στους αποσταγματοποιούς ρουμιού στην Νέα Αγγλία της Αμερικής, είτε πεταγόταν ως απόβλητα. Αυτό ήταν επακόλουθο της πουριτανικής ισπανικής στάσης που είχε απαγορεύσει την παραγωγή ρουμιού στο νησί μέχρι το 1796. Μετά από αυτό το χρονικό ορόσημο, το ελάχιστο ρούμι που παραγόταν με ανεπαρκείς μεθόδους στις φυτείες ζαχαροκάλαμου της Κούβας, ήταν τόσο φτωχής ποιότητας, που έτεινε να χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό παρά ως ποτό. Ήταν τα βρετανικά και γαλλικά νησιά της Τζαμάικα και της Μαρτινίκα που είχαν γίνει γνωστές για την παραγωγή και εξαγωγή ρουμιού και ως εκ τούτου απολάμβαναν τους καρπούς του εξαγωγικού εμπορίου του.

Ο John Nunes, ένας από τους πρώτους αποσταγματοποιούς που απέσταξε ρούμι για εμπορικούς σκοπούς στο Σαντιάγο, ήταν βρετανικής καταγωγής και είχε κάποιες γνώσης απόσταξης. Το 1838 ίδρυσε μια μικρή αποσταγματοποιία στην οδό Matadero. Μπορεί να ήταν η επιτυχία αυτού του νέου αποστακτηρίου που ενέπνευσε το Facundo να προσεγγίσει έναν άλλο από τους τοπικούς αποσταγματοποιούς και ζαχαροπλάστη, γαλλικής καταγωγής, ονόματι Jose León Bouteiller. Ή απλά, μπορεί να ήταν μία ευκαιρία που παρουσιάστηκε την κατάλληλη στιγμή κι ο Facundo την άδραξε.

Ο Bouteiller που ήταν γνωστός για τις καραμέλες του κι ένα ηδύποτο που έφτιαχνε από πορτοκάλια, νοίκιασε ένα σπίτι στην οδό Marina Baja στην περιοχή του λιμανιού του Σαντιάγο από τη σύζυγο του Facundo, η οποία είχε κληρονομήσει την ιδιοκτησία από την πρόσφατα θανούσα νονά της.

Ο Facundo διαπραγματεύθηκε να ανταλλάξει μέρος του ενοικίου με τη χρήση του αποστακτήρα του Bouteiller και οι δύο τους ξεκίνησαν πειραματικές αποστάξεις για να ανακαλύψουν ποιές μεταβλητές της ζύμωσης και της απόσταξης έδιναν το καλύτερο ρούμι. Έχοντας θέσει τον πήχη με βάση τα ποιοτικά ρούμια της Τζαμάικας και της Μαρτινίκας.

Ο Facundo Bacardi και ο Jose León Bouteiller ξεκίνησαν την επιχείρηση ρουμιού με τις μικρές ποσότητες που παρήγαγαν και στη συνέχεια εμφιάλωναν χωρίς ετικέτα και σε οποιοδήποτε μπουκάλι μπορούσαν να βρουν στο κατάστημα του αδελφού του Facundo. Δικαιολογημένα το ρούμι τους έγινε γνωστό ως «το ρούμι του Bacardi».

Στις 4 Φεβρουαρίου 1862, οι δύο συνεργάτες μαζί με το μικρότερο αδερφό του Facundo τον Jose, που είχε έρθει να υποστηρίξει τη συνεργασία και να μπει ως συμμέτοχος, αγόρασαν το αποστακτήριο με την οροφή από κασσίτερο στην οδό Nune's Marina Baja. Το αποστακτήριο της Nune προσπαθούσε επί μία εικοσαετία να καθιερωθεί στην παραγωγή ρουμιού και τελικά πουλήθηκε για μόλις 3.000 πέσσος. Οι συνεργάτες άρχισαν να χρησιμοποιούν τον πρόσφατα αποκτημένο άμβυκα από χυτοσίδηρο και χαλκό, ενώ παράλληλα συνέχισαν να παράγουν ρούμι στο σπίτι της οδού Marina Baja, χρησιμοποιώντας το γειτονικό σπίτι, με τον αριθμό 32, ως γραφείο τους.

Όπως είναι ευρέως γνωστό, είναι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που ο 14χρονος Facundo Jr. φύτεψε έναν νέο κοκοφοίνικα στη μπροστινή αυλή του νέου αποστακτηρίου. Καθώς το αποστακτήριο επεκτεινόταν, οι εργασίες άρχισαν να κυκλώνουν αυτό που σταδιακά ξεκίνησε να αποκαλείται με αγάπη ως El Coco, όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει παγκόσμια γνωστός.. Η ανάληψη του αποστακτηρίου της οδού Marina Baja και της φύτευσης του El Coco σηματοδοτεί την έναρξη του μύθου του ρουμιού Bacardi, με τέτοιο τρόπο, που είναι πλέον αρμόζων να αναφερόμαστε στον Facundo ως “Don Facundo”, εκφράζοντας έτσι το σεβασμό που αναμφισβήτητα απέκτησε μέσα στη μικρή κοινότητα του νησιού.

Πριν τα τέλη Φεβρουαρίου του 1862, οι συνεταίροι του Bacardi εξαγόρασαν άλλο ένα μικρό αποστακτήριο, επίσης στην οδό Marina Baja, από έναν Καταλανό έμπορο ποτών τον Manuel Idral. Επεκτείνονταν με γρήγορους ρυθμούς και το Μάιο του 1862 η εταιρία τους καταχωρήθηκε με την επωνυμία «Bacardi, Bouteiller, Υ Compañía».

Ο Don Facundo αφιέρωσε επίσης πολλά χρόνια πειραματιζόμενος με διάφορες ζύμες ώστε να βρει αυτήν που θα του επέτρεπε να επιτύχει τη γρηγορότερη ζύμωση, δημιουργώντας έτσι ένα πολτό με λιγότερα κατάλοιπα, και μια υψηλότερη υψηλότερο αλκοολικό δείκτη. Όταν αποσταζόταν, αυτό το μίγμα παρήγαγε ένα ελαφρύτερο ρούμι με ένα σταθερό γευστικό προφίλ. Χρησιμοποίησε μια φυσική ζύμη, που σήμερα είναι γνωστή ως la Levadura Bacardi, που ανακαλύφθηκε στις γειτονικές φυτείες ζαχαροκάλαμου κοντά στο Santiago de Cuba. Με αυτό τον τρόπο, ο Don Facundo έγινε ο πρώτος παραγωγός ρουμιού που απομόνωσε και στη συνέχεια καλλιέργησε ένα κατοχυρωμένο στέλεχος ζύμης. Το Bacardi Superior παράγεται ακόμη και σήμερα με το ίδιο στέλεχος ζύμης που ο Don Facundo κατοχύρωσε εκείνη την εποχή
Ο Don Facundo επέλεγε τις μελάσες από το πιο διαδεδομένο και φθηνότερο «guarapo», ή το χυμό ζαχαροκάλαμων, λόγω της χαμηλότερης περιεκτικότητάς του σε νερό, στοιχείο που περιόριζε τον κίνδυνο μολύνσεων και συγκέντρωνε τα μεταλλικά στοιχεία. Η συγκεκριμένη μελάσα παστεριωνόταν αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξαγωγής ζάχαρης της οποίας αποτελεί ένα υποπροϊόν, αποτρέποντας έτσι στα βακτηρίδια, τη μούχλα και τις φυσικές ζύμες από το να προκαλέσουν αυθόρμητη ζύμωση. Αυτό επιτρέπει τον έλεγχο ανάπτυξης της γεύσης κατά την πολτοποίηση, δίνοντας ένα ελαφρύτερο και καθαρότερο απόσταγμα .

Στην αναζήτησή του για να παράξει ένα πιο ραφιναρισμένο και ελαφρύτερο ρούμι ο Don Facundo δημιούργησε επίσης δύο διαφορετικές πολτοποιήσεις. Η πρώτη εκδοχή είχε ένα γευστικό προφίλ που περιείχε ένα υψηλό επίπεδο μεταλλικών στοιχείων, δίνοντας ένα απόσταγμα με εντονότερη γεύση για την απόσταξη Aguardiente, ενώ το άλλο έκδοχο είχε ένα ελαφρύτερο προφίλ δημιουργώντας ένα πιο λεπτεπίλεπτο και ραφινάτο απόσταγμα για την απόσταξη Redestilado...

Η μακρόχρονη μεταφορά του ρουμιού μέσω βαρελιών που φορτώνονταν σε πλοία υποδηλώνει ότι η ευεργετική επίδραση της παλαίωσης σε δρύινα βαρέλια είχε γίνει κατανοητή από τα τέλη του 1600. Λόγω της πρακτικής να αποστειρώνονται τα βαρέλια που περιείχαν προηγουμένως κρασί ή τρόφιμα πριν χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά του ρουμιού, με την απανθράκωση του εσωτερικού, άρχισε επίσης να γίνεται κατανοητή η θετική επίδραση του «στρογγυλέματος» που είχε στο ρούμι η επαφή του με τον ξυλάνθρακα. Ο Don Facundo ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τόσο την παλαίωση σε δρύινα βαρέλια και στη συνέχεια το φιλτράρισμα μέσω ξυλάνθρακα για να δημιουργήσει τα πρώτα ελαφριά λευκά ρούμια.

Είναι ο συνδυασμός της επιλεγμένης ζύμης και της ελεγχόμενης ζύμωσης, της ανάμιξης ενός ελαφριού «Redestilado» και ενός βαρύτερου «Aguardiente», της παλαίωσης σε δρύινα βαρέλια και η διήθηση μέσω ξυλάνθρακα που χαρακτήριζαν το ελαφρύ ρούμι του Bacardi και το διαφοροποιούσαν από τα υπόλοιπα. Ο Don Facundo συνδύασε τέσσερις σημαντικότατες και πρωτοποριακές τεχνικές παρασκευής ρουμιού για να δημιουργηθεί το Bacardi Carta Blanca. Λευκά ρούμια υπήρξαν πριν από το Bacardi Carta Blanca, αλλά ήταν σκληρά και ανεπεξέργαστα, εμφιαλωμένα κατ' ευθείαν από την απόσταξη. Το Bacardi ήταν το πρώτο παλαιωμένο λευκό ρούμι και καθόρισε τα νέα πρότυπα που τα υπόλοιπα ακολούθησαν για να δημιουργήσουν μια νέα κατηγορία ρουμιού, που έκανε την Κούβα διάσημη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που ταλαντεύεται ανάμεσα στους δημοφιλείς μύθους και την πραγματικότητα όπως αυτή υλοποιήθηκε από το marketing department της Bacardi, έχει να κάνει με τη διάσημη μαύρη νυχτερίδα της Bacardi που μπήκε σε ένα κόκκινο κυκλικό λογότυπο. Σύμφωνα με τη λαοφιλή εκδοχή ήταν η ιδέα της συζύγου του Don Facundo, που την εμπνεύστηκε από τις νυχτερίδες φρούτων που ζούσαν στα ψηλά δοκάρια του αποστακτηρίου. Οι νυχτερίδες θεωρούνταν τυχερές τόσο στην τοπική όσο και στην ισπανική λαογραφία, και καθώς κατά το 1860 στην Κούβα πολλοί άνθρωποι ήταν αναλφάβητοι, το σύμβολο της νυχτερίδας αποτέλεσε ένα έξυπνο οπτικό βοήθημα για να διακρίνει κάποιος το ρούμι του Bacardi.

Η επιχείρηση ευημέρησε και τελικά πέρασε στα χέρια των δύο γιών του Don Facundo. Ο μεγαλύτερος, Emilio, επέκτεινε την επιχείρηση του πατέρα του στην Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έπαιξε επίσης ένα σημαντικό ρόλο στην κουβανική ανεξαρτησία, καθώς ασκούσε σημαντική επιρροή και ως εκ’ τούτου συνελήφθηκε δύο φορές από τους Ισπανούς για την αντι-αποικιακή του δράση. Διετέλεσε ως πρώτος ελεύθερα εκλεγμένος δήμαρχος του Santiago de Cuba και τελικά έγινε γερουσιαστής της ανατολικής επαρχίας της Κούβας. Εντούτοις, οι παρεμβάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης στην κουβανική πολιτική τον απογοήτευσαν κι έτσι παραιτήθηκε από τη θέση του για να εστιάσει στη διαχείριση της οικογενειακής επιχείρησης. Όταν πέθανε, αμέσως μετά την ολοκλήρωση ενός νέου αποστακτηρίου το 1922, τα καταστήματα στο Σαντιάγο έκλεισαν για δύο ημέρες, ως ένδειξη πένθους.

Ο Enrique Schueg, γαμπρός του Don Facundo, ήταν επίσης πολιτικά ενεργός και το 1894 συνελλήφθηκε από τους Ισπανούς κυβερνήτες. Χάρη στην παρέμβαση του Υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας απέφυγε την εκτέλεση, αλλά απελάθηκε στην Αϊτή μέχρι το τέλος του Εμφύλιου Πολέμου. Αργότερα θα γινόταν ο τρίτος Πρόεδρος της Bacardi.

Ο Jose «Pepín» Bosch, εγγονός εξ’ αγχιστείας του Don Facundo και CEO της επιχείρησης κατά τη δεκαετία του '50, αποτέλεσε άλλο ένα μέλος της οικογένειας Bacardi που ανέλαβε ανώτερο Κρατικό αξίωμα, όταν το 1949 τον έπεισε ο Πρόεδρος της Κούβα Carlos Prio Socarras να γίνει Ministro de Hacienda (Υπουργός Εσωτερικών της Κούβας). Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Pepín μετέτρεψε το έλλειμμα των $18 εκατομμυρίων της Κούβας σε πλεόνασμα $15 εκατομμυρίων. Το περιοδικό Time έγραψε: «Το μυστικό στην επιτυχία του Pepín Bosch ήταν ασυνήθιστη υπουργική τιμιότητα και μια κίνηση να συλλέξει τους φόρους –χωρίς να λογοδοτεί– διεσπαρμένους και ανείσπρακτους από αμελείς προκατόχους.»

Η παγκόσμια ζήτηση για το Bacardi αυξήθηκε κατακόρυφα. Τα αποστακτήρια της επιχείρησης λειτουργούσαν σε πλήρη απόδοση’ και το 1931 η επιχείρηση άνοιξε ένα αποστακτήριο στο Μεξικό και το 1936 ακολούθησε άλλο ένα στο Πουέρτο Ρίκο. (Το σημερινό αποστακτήριο στο Πουέρτο Ρίκο, άνοιξε το 1958)

Πίσω στην Κούβα, η δεκαετία του '50 είδε μια ταραχώδη πολιτική κατάσταση να κορυφώνεται με μια σειρά πραξικοπημάτων. Ήταν μία περίοδος εκτενούς διαφθοράς και κυβερνητικού παρεμβατισμού στα επιχειρηματικά δρώμενα. Ο τότε CEO, Jose «Pepín» Bosch, φοβούμενος πως η Bacardi θα έπεφτε θύμα αυτού του παρεμβατισμού από το καθεστώς Batista, μεταξύ των ετών 1955 και 1957 μετέφερε τα περιουσιακά στοιχεία της Compania Ron Bacardi S.A. στο Nassau στις Μπαχάμες. Με τον τρόπο αυτό, μετέφερε την ιδιοκτησία των εμπορικών σημάτων και τις κατοχυρωμένες φόρμουλες της επιχείρησης της Bacardi, εκτός Κούβας.

Η επιλογή των νησιών Bahamas για την υπεράκτια μεταφορά της Bacardi από την Κούβα ήταν εύλογη. Κατά τη διάρκεια της ποτοαπαγόρευσης οι Μπαχάμες αποτελούσαν τον ενδιάμεσο εμπορικό σταθμό, απ’ όπου εταιρίες όπως η Bacardi πουλούσαν τα αγαθά τους σε λαθρεμπόρους που με τη σειρά τους τα προωθούσαν στη σημαντική Αμερικάνικη αγορά. Σαν μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, οι Μπαχάμες πρόσφεραν περαιτέρω προστασία και ασφάλεια. Χωρίς το φόρο εισοδήματος, τον εταιρικό φόρο, φόρους υπεραξίας κεφαλαίων, το φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α) ή το φόρο πολυτελούς διαβίωσης, η επιλογή του Pepin Bosch να μεταβεί η επιχείρηση στις Μπαχάμες, αποδεικνύεται ευφυής μέχρι κα τις ημέρες μας.

Εν τω μεταξύ, ο Bacardi ακούγοντας τις εξαγγελίες του Φιντέλ Κάστρο που υποσχόταν δημοκρατικές εκλογές κι ένα τέλος στην κυβερνητική διαφθορά, δικαιολογημένα υποστήριξε την προσπάθειά του.

Στις 31 Δεκεμβρίου 1959, ο Castro πέτυχε με την επανάστασή του να ανατρέψει την κυβέρνηση Batista. Ο Castro καλωσορίστηκε ως ελευθερωτής ήρωας και η οικογένεια του Bacardi θεώρησε ότι η Κούβα θα γινόταν τελικά μια ελεύθερη και δίκαιη χώρα. Πράγματι, το κτήριο της Bacardi χαιρέτησε την άφιξη του Fidel, του Che Guevara και των compañeros με ένα πανό που έγραφε, «Gracias, Fidel!» (σ’ευχαριστούμε Φιντέλ). Και η εμπορική αντιπροσωπεία του Castro στις ΗΠΑ περιελάμβανε το Jose Pépin Bosch και το Daniel Bacardi, δύο από τις «κεφαλές» της οικογένειας.

Εντούτοις, τον Οκτώβριο του 1960 η κυβέρνηση Castro υποκίνησε ένα πρόγραμμα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δημεύοντας όλα τα περιουσιακά στοιχεία στο νησί χωρίς αποζημίωση. Ο El Coco, ο φοίνικας που ο Don Facundo Jr. είχε φυτέψει το 1862, άρχισε ανεξήγητα να μαραίνεται και τελικά “πέθανε”. Η τοπική δοξασία πως ο El Coco συμβόλιζε τη δύναμη και τη ζωτικότητα της επιχείρησης αποδείχθηκε σωστή, καθώς όλα τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης της Bacardi δημεύθηκαν και η επιχείρηση κρατικοποιήθηκε από την κουβανική κυβέρνηση. Η οικογένεια και η επιχείρηση Bacardi εξορίστηκαν από την πατρίδα τους.

Ευτυχώς, όλη η πνευματική ιδιοκτησία της επιχείρησης ήταν ασφαλής μακριά από το νησί. Δεν ήταν μόνο τα εμπορικά σήματα που ξέφυγαν από την κυβέρνηση Castro. Μια παράλειψη, καθυστέρησε τη λεηλασία της έδρας της επιχείρησης κατά μία ολόκληρη ημέρα, (μετά από τις αποθήκες εμπορευμάτων, το αποστακτήριο και τα άλλα γραφεία), δίνοντας έτσι το χρονικό περιθώριο στους αποσταγματοποιούς της Bacardi (Maestros de Ron) να καταστρέψουν τις εξαιρετικά σημαντικές καλλιέργειες ζύμης (La Levadura Bacardi), καθώς και τη μυστική συνταγή τους για τον ξυλάνθρακα. Χωρίς αυτά τα στοιχεία η κουβανική κυβέρνηση δεν μπορούσε να παράξει ρούμι με τα γευστικά χαρακτηριστικά του Bacardi Superior

Η οικογένεια Bacardi απαγκίστρωσε τα περιουσιακά της στοιχεία από την Κούβα, αλλά όχι επειδή φοβόταν τον Castro, τον οποίο άλλωστε είχαν υποστηρίξει. Ο Pepin Bosch φοβόταν τον Batista και τις διασυνδέσεις του με το οργανωμένο έγκλημα. Ως το 1957, το αποστακτήριο της Bacardi στο Μεξικό παρήγαγε 28.000 λίτρα ρούμι την ημέρα, ενώ το αποστακτήριο στο Puerto Rico διπλασίασε την παραγωγή του το 1958 σε 75.000 λίτρα ανά ημέρα. Το 1959, το αποστακτήριο της Bacardi στη Μάλαγα της Ισπανίας άνοιξε. Αλλά για τα μελλοντικά σχέδια του Pepin Bosch που επιθυμούσε να δημιουργήσει μία παγκόσμια επιχείρηση, ο Castro θα μπορούσε να έχει θέσει την αρχή του τέλους για το ρούμι Bacardi. Με βάση τα γεγονότα, το καθεστώς Castro, ήταν υπεύθυνο για μία τεράστια ζημία που υπέστη η οικογένεια Bacardi, που δικαιολογημένα δεν θα ξεχάσει ποτέ. Αλλά οι καλλιέργειες της La Levadura Bacardi, οι συνταγές ξυλάνθρακα , καθώς και άλλες κατοχυρωμένες διαδικασίες διασώθηκαν από τα υπόλοιπα αποστακτήρια της επιχείρησης. Η έχθρα των Αμερικανών έναντι του Castro και όλων των γεγονότων που ακολούθησαν την άνοδο του κομμουνισμού, επίσης δεν επηρρέασε την στήριξη που απολάμβανε το Bacardi στη βασική Αμερικάνικη αγορά.

Στο Bacardi απονεμήθηκε το πρώτο μετάλλιό του το 1877 στη Μαδρίτη και μέσα στα εβδομήντα χρόνια που ακολούθησαν έλαβε 29 επιπλέον βραβεία, δέκα από τα οποία εμφανίζονται στην ετικέτα. Το Bacardi αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο διεθνές εμπορικό σήμα στο χώρο των αποσταγμάτων και πωλείται σε περισσότερες από 170 χώρες. Η επιχείρηση, που ελέγχεται ακόμα από την οικογένεια Bacardi, είναι η πέμπτη μεγαλύτερη επιχείρηση ποτού στον κόσμο.

Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum' image 1 Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum' image 2 Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum' image 3 Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum' image 4 Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum' image 5 Casa Bacardi 'The Cathedral of Rum' image 6